Ριάντ Vs Τεχεράνης: πετρέλαιο και αίμα

Diplomacy 357Επίκαιρη παρά ποτέ η ανάλυση του Νίκου Χατζή του τεύχους Φεβρουαρίου για το πολυεπίπεδο πλέγμα αντιπαράθεσης, Ιράν και Σαουδικής Αραβίας, Σουνιτών και Σιιτών με φόντο το πετρέλαιο και άφθονο αίμα.

Παραθέτουμε το άρθρο στο σύνολο του. Μια νέα ανάλυση για το σκηνικό που εξελίσσεται στην Τουρκία υπάρχει στο νέο μας τεύχος, Μαρτίου, στα περίπτερα στις 02-03.

ΑΝΑΛΥΣΗ/Διπλωματία-Γεωπολιτική

Περσικός Κόλπος

Αντιμαχόμενα ενεργειακά συμφέροντα σε φόντο αίματος…

Η γεωπολιτική δυναμική των εξελίξεων στον Περσικό Κόλπο αναμένεται να κυριαρχήσει στις περιφερειακές εξελίξεις παγκόσμιας εμβέλειας της περιοχής για το 2016.
Του Νίκου Χατζή, Αναλυτή Σύγχρονης Γεωπολιτικής-Συμβούλου Διαπραγματεύσεων

Η διαχωριστική γραμμή συμφερόντων μεταξύ σουνιτών και σιιτών μουσουλμάνων βρίσκεται στο προσκήνιο μέσω της παραδοσιακής διαμάχης μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν, ενώ η Ρωσία προσεγγίζει την Αίγυπτο η οποία συντάσσεται με τη Σαουδική Αραβία. Τις εξελίξεις σε ρόλο γεωπολιτικού «outsider» παρακολουθεί η Κίνα. Η δυναμική αυτή προβάλλεται γεωπολιτικά στη Συρία, την Τουρκία (με το τουριστικό κέντρο της Κωνσταντινούπολης να στιγματίζεται από το αίμα Γερμανών τουριστών θυμάτων της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας) και τις ΗΠΑ (καθώς, όπως γινόταν γνωστό το πρωινό της 13ης Ιανουαρίου 2016, η Τεχεράνη με χαρακτηριστική ευκολία είχε συλλάβει δέκα στελέχη του Αμερικανικού Ναυτικού, τα ταχύπλοα των οποίων είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας μέσα στα χωρικά ύδατα του Ιράν, στον Περσικό Κόλπο). Την ίδια ώρα ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα στην ετήσια αλλά τελευταία προεδρική ομιλία του (State of the Union address) προσπαθούσε να διασφαλίσει τον θετικό απόηχο της προεδρικής υστεροφημίας του, αλλά και να διαβεβαιώσει τους Αμερικανούς πολίτες για τον (παγκόσμια) κραταιό ρόλο των ΗΠΑ.

 

Σεΐχης Νίμρ αλ-Νίμρ: Ο «ευγενής ιμπεριαλισμός» των ΗΠΑ

Μια εκτέλεση γεωπολιτικών προεκτάσεων…

Οι χαμηλές τιμές πετρελαίου, οι πολλαπλές τρομοκρατικές απειλές, η εσωτερική πολιτική αστάθεια, τα παραδοσιακά προβλήματα περιφερειακής επιρροής με το Ιράν, η αμφιλεγόμενη πολεμική επιρροή στην Υεμένη και η διαφοροποίηση των γεωπολιτικών επιλογών μεταξύ τής Ουάσιγκτον και του Ριάντ οδήγησαν τη Σαουδική Αραβία στην απόφαση εκτέλεσης του Νίμρ. Σύμφωνα με «διαρροή» των Wikileaks, ο σεΐχης θεωρούσε «ευγενή» τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ.

«Θανάσιμο λάθος…»

2 Ιανουαρίου 2016 Γίνεται γνωστό ότι η Σαουδική Αραβία προχώρησε στη μεγαλύτερη μαζική εκτέλεση των τελευταίων 25 ετών. Το Ριάντ έστειλε στον δήμιο 43 κρατουμένους που κατηγορήθηκαν για συνεργασία με την Αλ Κάιντα και 4 σιίτες μουσουλμάνους που είχαν συλληφθεί με την κατηγορία ότι πυροβόλησαν αστυνομικούς στη διάρκεια των διαδηλώσεων της «Αραβικής Άνοιξης» στη Σαουδική Αραβία. Μεταξύ αυτών ήταν και ο σεΐχης Νίμρ αλ-Νίμρ, μετριοπαθής κληρικός και ιδιαίτερα προβεβλημένος στον σιιτικό μουσουλμανικό κόσμο. Οι εκτελέσεις πραγματοποιήθηκαν σε δώδεκα διαφορετικές τοποθεσίες της σαουδαραβικής επικράτειας. Οι διαδηλώσεις και η πυρπόληση της πρεσβείας της Σαουδικής Αραβίας στην Τεχεράνη έκαναν τον γύρο του κόσμου στα mainstream media, προκαλώντας την αντίδραση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ταυτόχρονα σηματοδότησαν την έναρξη μιας νέας περιόδου έντασης στις σχέσεις του σαουδαραβικού βασιλείου με το Ιράν, σε μια περίοδο έντονης οικονομικής και γεωπολιτικής ρευστότητας σε παγκόσμιο επίπεδο με κυρίαρχο χαρακτηριστικό τη (συνεχιζόμενη…) πτώση των τιμών του πετρελαίου. «Θανάσιμο Λάθος» χαρακτήρισε την εκτέλεση του Νίμρ η σιιτική οργάνωση Χεζμπολάχ του Λιβάνου τονίζοντας: «Αποτελεί μελανό σημείο που στιγμάτισε τη σαουδαραβική κυβέρνηση». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο σιίτης πρώην πρωθυπουργός του Ιράκ Νούρι αλ-Μαλίκι παρατήρησε: «Η εκτέλεση αυτή θα ρίξει την κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας». Από την πλευρά της η Τεχεράνη ξεκαθάριζε τις προθέσεις της μέσω της ανακοίνωσης του ιρανικού υπουργείου των Εξωτερικών κάνοντας προφανή αναφορά στις πολεμικές εξελίξεις της Συρίας: «Η κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας υποστηρίζει τους τρομοκράτες και τους (σουνίτες) ακραίους εξτρεμιστές (takfiri), ενώ εκτελεί και καταπιέζει τους επικριτές της στο εσωτερικό της χώρας…». Το Ριάντ χαρακτήρισε την παραπάνω δήλωση «εχθρική» θεωρώντας την «κραυγαλέα παρέμβαση» στα εσωτερικά του σαουδαραβικού βασιλείου.

Ο «ευγενής ιμπεριαλισμός» των ΗΠΑ

Ο αλ-Νίμρ δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός μέχρι το 2011 εκτός των ορίων της πετρέλαιο-παραγωγικής περιοχής Qatif στην ανατολική περιφέρεια της Σαουδικής Αραβίας, όπου δραστηριοποιείται η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία (Saudi Aramco). Ο Νίμρ αναδείχθηκε κυρίαρχη φωνή αντίστασης των σιιτών στην αναφερόμενη περιοχή για τουλάχιστον 2 χρόνια, ενώ καταδικάστηκε σε θάνατο τον Οκτώβριο του 2014 με τις κατηγορίες της δημόσιας ανυπακοής, της υποκίνησης αιρετικής βίας και της οπλοκατοχής. Είχε συλληφθεί τον Ιούλιο του 2012 στη γενέτειρά του Awwamiya, αφού καταδιώχθηκε από τις αστυνομικές αρχές, οι οποίες υποστήριξαν ότι πυροβόλησε εναντίον τους. Η οικογένειά του υποστήριξε ότι ήταν άοπλος. Παρά την προσπάθεια των αρχών της Σαουδικής Αραβίας να παρουσιάσουν τον Νίμρ ως πράκτορα του Ιράν, ο ίδιος εμφανίζεται το 2009 να προσπαθεί να πείσει Αμερικανούς διπλωμάτες ότι δεν ήταν ένθερμος υποστηριχτής της Τεχεράνης, σύμφωνα με αποκαλυπτική διαρροή των Wikileaks. O Νίμρ χαρακτήριζε επίσης τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό «περισσότερο ευγενή» από αυτόν της Βρετανίας και των άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, υποστηρίζοντας ότι στην περίπτωση που ξεσπούσαν ταραχές ο ίδιος θα τασσόταν υπέρ του λαού και όχι υπέρ της κυβέρνησης. Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια διαρροή, ο Νίμρ θεωρούσε ότι οι σιίτες μουσουλμάνοι είναι φυσικοί σύμμαχοι των Αμερικανών περισσότερο από τους σουνίτες, καθώς το πνευματικό τους πλαίσιο, όπως αυτό εμπνέεται από το Ιμάμη Άλι, στηρίζεται στις αρχές της δικαιοσύνης και της ελευθερίας που αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο του διοικητικού οικοδομήματος των ΗΠΑ. Για το Ιράν ο Νίμρ πίστευε ότι όπως και οι υπόλοιπες ξένες δυνάμεις λειτουργούν με κίνητρο τα εθνικά τους συμφέροντα και όχι από ευσέβεια ή θρησκευτική αλληλεγγύη. Παράλληλα, ο ίδιος ήταν αντίθετος στην ιδέα ότι οι σιίτες της Σαουδικής Αραβίας θα έπρεπε να περιμένουν οποιαδήποτε βοήθεια από το Ιράν, παρά το γεγονός ότι αναγνώριζε την προσπάθεια αναζήτησης βοήθειας από το εξωτερικό. Οι τοποθετήσεις αυτές του Νίμρ, όπως παρουσιάζονται στις διαρροές των Wikileaks, δημιουργούν ερωτηματικά για τις σχέσεις του με το Ιράν αλλά και για το αν (;) λειτουργούσε ως πράκτορας της Τεχεράνης, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ριάντ.

Μπαχρέιν-Υεμένη

Με τη γνωστοποίηση της εκτέλεσης του Νίμρ ξέσπασαν διαδηλώσεις τόσο στην περιοχή του Qatif στη Σαουδική Αραβία όσο και στο Μπαχρέιν, όπου η σουνιτική κυβέρνηση έχει την ουσιαστική υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας. Την ίδια ημέρα (2 Ιανουαρίου 2016) έγινε γνωστό στο Ριάντ ότι ο συνασπισμός των δυνάμεων υπό την καθοδήγηση της Σαουδικής Αραβίας, που μάχεται τους αντάρτες Χούθις στην Υεμένη (υποστηρίζονται από το Ιράν), θα διέκοπτε την εφαρμογή της συμφωνίας ειρήνευσης που είχε ξεκινήσει στις 15 Δεκεμβρίου 2015 παράλληλα με την έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών οι οποίες κατέρρευσαν λίγες ημέρες μετά. Το Ριάντ κατηγόρησε τους Χούθι και τις δυνάμεις που είναι πιστές στον πρόεδρο Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ ότι εκτόξευσαν πυραύλους κατά της Σαουδικής Αραβίας, επιτέθηκαν σε συνοριακά της φυλάκια και βομβάρδισαν αστικές περιοχές. Περισσότεροι από 6.000 νεκροί, με τους μισούς από αυτούς να είναι πολίτες, είναι το αιματηρό τίμημα της εμφύλιας διαμάχης που ξέσπασε στην Υεμένη από τον περασμένο Μάρτιο και την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων της Σαουδικής Αραβίας κατά των Χούθι. Οι πολεμικές συγκρούσεις έχουν επιδεινώσει την ανθρωπιστική κρίση στην Υεμένη, καθώς ο οικονομικός, κοινωνικός και εθνολογικός κατακερματισμός της εξυπηρετεί τα ενεργειακά συμφέρονται των περιφερειακών δυνάμεων της περιοχής.

Διακοπή διπλωματικών σχέσεων

«Πυροσβεστική» ήταν η αντίδραση του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών στη γνωστοποίηση της είδησης για την εκτέλεση του Νίμρ, καθώς η αμερικανική διπλωματία συνέστησε αυτοσυγκράτηση και ενίσχυση των διπλωματικών προσπαθειών, προκειμένου να αποκλιμακωθεί η ένταση μεταξύ σουνιτών και σιιτών μουσουλμάνων στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου. Η Ουάσιγκτον θορυβήθηκε ιδιαίτερα από τις ταραχές που έγιναν στην Τεχεράνη αλλά και από τις δηλώσεις αυτοπτών μαρτύρων, σύμφωνα με τις οποίες τα μέλη εθελοντικής παραστρατιωτικής οργάνωσης πετούσαν βόμβες μολότοφ στο κτήριο της σαουδαραβικής πρεσβείας στην ιρανική πρωτεύουσα. Από την άλλη μεριά, ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης του Ιράν Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ προέβλεψε «θεϊκή τιμωρία» για τη σαουδαραβική βασιλική οικογένεια στον απόηχο της εκτέλεσης του Νίμρ. Οι δηλώσεις αυτές επιτάχυναν τον ρυθμό των αρνητικών διπλωματικών εξελίξεων, με τη Σαουδική Αραβία να ανακοινώνει άμεσα τη διακοπή των διπλωματικών της σχέσεων με το Ιράν, απαιτώντας την αποχώρηση των Ιρανών διπλωματών από τις επίσημες αποστολές και την πρεσβεία του Ιράν στο Ριάντ μέσα σε 48 ώρες. Στο ίδιο μήκος κύματος, οι (σουνιτικής επιρροής) κυβερνήσεις στο Μπαχρέιν, στο Σουδάν, στο Κουβέιτ και στα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα προχώρησαν σε άμεση υποβάθμιση ή διακοπή των διπλωματικών σχέσεών τους με το Ιράν.

Ριάντ-ΟΗΕ-Τεχεράνη: Διπλωματική κινητικότητα

Η εκρηκτική διπλωματική ένταση στις σχέσεις μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν προκάλεσε έντονο προβληματισμό σε διπλωματικούς κύκλους της Δύσης αναφορικά με την επιχειρούμενη διαπραγματευτική προσέγγιση μεταξύ της κυβέρνησης του προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ και εκπροσώπων της αντιπολίτευσης για τον πολιτικό τερματισμό του πολυδιασπαστικού εμφυλίου πολέμου στη Συρία. Η κλιμάκωση της έντασης στις σχέσεις μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν προκλήθηκε σε μια περίοδο προπαρασκευαστικής διαπραγματευτικής προετοιμασίας για τη σύγκλιση της Ομάδας Διεθνούς Υποστήριξης για τη Συρία (Syria Support Group-SSG) στη Γενεύη (25 Ιανουαρίου 2016). Στο πλαίσιο αυτό κινητοποιήθηκε ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ για τη Συρία Staffan de Mistura, ο οποίος επισκέφτηκε το Ριάντ και την Τεχεράνη στις 5 και 10 Ιανουαρίου αντίστοιχα. Στη σαουδαραβική πρωτεύουσα είχε κύκλο διαβουλεύσεων με τον Σαουδάραβα ΥΠΕΞ Adel bin Ahmed Al-Jubeir αλλά και στελέχη της συριακής αντιπολίτευσης. Στις επαφές αυτές ο αξιωματούχος του ΟΗΕ απέσπασε τη δέσμευση της Σαουδικής Αραβίας ότι η διπλωματική ένταση δεν θα επηρεάσει τη διπλωματική προσπάθεια επίλυσης του συριακού προβλήματος. Στην Τεχεράνη ο κ. de Mistura συναντήθηκε με τον Ιρανό ΥΠΕΞ Mohammad Javad Zarif και τον υφυπουργό των Εξωτερικών Hussein Amir-Abdollahian τονίζοντας την ανάγκη συνέχισης της διπλωματικής διαδικασίας για τη διεξαγωγή των συνομιλιών στη Γενεύη. Στη συνέχεια, ο κ. de Mistura κατευθύνθηκε στη Νέα Υόρκη προκειμένου να ενημερώσει τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Μπαν Κι-μουν για τα αποτελέσματα των επαφών του. Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση διεξαγωγής της αναφερόμενης συνόδου, το πρακτικό αποτέλεσμα της εφαρμογής οποιασδήποτε απόφασης στη δεδομένη χρονική περίοδο θεωρείται αμφίβολο εξαιτίας των αμυντικών ισορροπιών που διαμορφώνονται στα πολλά πεδία της πολεμικής σύγκρουσης στη Συρία αλλά και τον γεωγραφικό περιορισμό της επιρροής του αυτοαποκαλούμενου Ισλαμικού Κράτους.

Στρατηγικός εταίρος;

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η Σαουδική Αραβία είναι ο σημαντικότερος στρατηγικός εταίρος και αμυντικός πελάτης των ΗΠΑ στην Περιοχή του Περσικού, ενώ το Μπαχρέιν είναι η ναυτική βάση του 5ου Αμερικανικού Στόλου με χώρο επιχειρησιακής ευθύνης τον Περσικό Κόλπο, την Αραβική Θάλασσα και την Ερυθρά Θάλασσα και υπάγεται διοικητικά στη ναυτική διοίκηση της Αμερικανικής Κεντρικής Στρατιωτικής Διοίκησης (NAVCENT). Σε διπλωματικό επίπεδο οι δυτικές κυβερνήσεις μαζί με διεθνείς οργανώσεις είχαν δυναμικά ζητήσει από τη Σαουδική Αραβία να μην προχωρήσει στην εκτέλεση του Νίμρ, ενώ η Ουάσιγκτον (εξαιτίας των στρατηγικών δεσμών της με το σουνιτικό μουσουλμανικό στοιχείο) κράτησε χαμηλότερους διπλωματικούς τόνους. Παρά τη διακοπή των διμερών εμπορικών σχέσεων αλλά και της απευθείας αεροπορικής σύνδεσης, το υπουργείο Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας άφησε να εννοηθεί ότι ο θρησκευτικός τουρισμός των Ιρανών στη Μέκκα και τη Μεδίνα θα συνεχιστεί, σε μια πρακτική προσπάθεια να μην διαταραχθεί ανεπανόρθωτα το μουσουλμανικό αίσθημα των Ιρανών, ίσως ύστερα από υπόδειξη της αμερικανικής διπλωματίας. Σε ειδικό επίπεδο αμυντικών σχέσεων η Ουάσιγκτον απέτυχε να συγκρατήσει τη Σαουδική Αραβία ώστε να μην εμπλακεί στρατιωτικά στην Υεμένη, παρά το γεγονός ότι το Πεντάγωνο εξακολουθεί να παρέχει πληροφορίες (intelligence) και εναέριο ανεφοδιασμό για τη διεξαγωγή αεροπορικών επιδρομών.

Γεωπολιτική αποτύπωση συμφερόντων

Η εκτέλεση του σεΐχη Νίμρ προκαλεί αναζωπύρωση της διαμάχης σουνιτών-σιιτών στο Ιράκ με άμεση γεωπολιτική προβολή στα συμφέροντα της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν, στο γεωγραφικό τόξο μεταξύ του Περσικού Κόλπου και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Δύο σουνιτικά τζαμιά έγιναν στόχοι επιθέσεων στο Ιράκ στον απόηχο της εκτέλεσης του Νίμρ με συνέπεια τον θάνατο δύο ατόμων, αποτελώντας προάγγελο γενικότερων αιματηρών εξελίξεων στην περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης της έντασης στις σχέσεις της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν. Σε ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο πέρα από τις ΗΠΑ, την ανησυχία τους για τις εξελίξεις εξέφρασαν η Γερμανία, η Κίνα αλλά και η Ρωσία. Η Μόσχα μάλιστα προσφέρθηκε να μεσολαβήσει διαπραγματευτικά μεταξύ του σαουδαραβικού βασιλείου και του Ιράν προκειμένου να εκτονωθεί η ένταση. Από την άλλη μεριά, υψηλόβαθμος αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών τόνισε τη θέση της Ουάσιγκτον, ότι δηλαδή οι δύο χώρες θα πρέπει να επιλύσουν τις διαφορές τους μεταξύ τους. Σε εμπορικό επίπεδο, το οικονομικό ύψος των διμερών σχέσεων μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν θεωρείται μικρό σε σύγκριση με το μέγεθος των οικονομιών τους, καθώς τα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα αποτελούν τον ενδιάμεσο εμπορικό εταίρο τους. Ωστόσο, τα μικρότερα αραβικά εμιράτα, όπως το Ομάρ και το Κατάρ, διατηρούν ομαλές εμπορικές σχέσεις με το Ιράν.

Σαουδική Αραβία, Ιράν και… οι χαμηλές τιμές πετρελαίου

Τα έσοδα από τις εξαγωγές του πετρελαίου, η μείωση των οποίων αποτυπώνεται με τον καλύτερο τρόπο στη διόγκωση του ελλείμματος σε ποσοστό 15% του σαουδαραβικού ΑΕΠ για το 2015, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομικής ρευστότητας στη Σαουδική Αραβία. Το έλλειμμα αναμένεται να διατηρηθεί σε ποσοστό 13% επί του ΑΕΠ για το 2016, καλλιεργώντας συνθήκες γενικότερης έλλειψης οικονομικής ρευστότητας στο βασίλειο με ταυτόχρονη ανάγκη μείωσης των δημοσίων δαπανών αλλά και της επιδοματικής πολιτικής στα καύσιμα, την ηλεκτρική ενέργεια και το νερό, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα στον κεντρικό προϋπολογισμό. Τα αίτια της μείωσης των τιμών του μαύρου χρυσού εντοπίζονται:

α. Στην απόφαση του Ριάντ να συμπιέσει τις τιμές του πετρελαίου διεθνώς, προκειμένου να προκαλέσει πρόβλημα ρευστότητας στην αμερικανική βιομηχανία παραγωγής πετρελαίου από σχιστόλιθους.

β. Στη σύμπλευση της Σαουδικής Αραβίας με τη Δύση στην επιβολή οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας για την προσάρτηση της Κριμαίας και για το αντάρτικο στην Ουκρανία.

γ. Στη διοχέτευση πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά από το παραεμπόριο του μαύρου χρυσού που κάνουν οι Κούρδοι του Βόρειου Ιράκ και οι τζιχαντιστές με τη σύμπραξη Τουρκίας και Ισραήλ.

δ. Στη μείωση της οικονομικής ανάπτυξης στην Κίνα και σε άλλες πρωταγωνιστικά αναπτυσσόμενες οικονομίες που μειώνει τη ζήτηση πετρελαίου διεθνώς.

ε. Στην υπερπροσφορά πετρελαίου στη διεθνή αγορά με τον πρωταγωνιστικό -για το 2015- ρόλο της Σαουδικής Αραβίας.

Οι τιμές του μαύρου χρυσού σχετίζονται άμεσα με τη διαθεσιμότητα των συναλλαγματικών αποθεμάτων κάθε χώρας και άρα τις πραγματικές δυνατότητες που έχει για την αγορά πετρελαίου (π.χ. η συναλλαγματική διαθεσιμότητα της Κίνας, που παραδοσιακά αποτελούσε κυρίαρχο αγοραστή πετρελαίου). Οι διαθέσιμες οικονομικές προβλέψεις αναφέρουν ότι για τιμές πετρελαίου μπρεντ γύρω ή κάτω από τα 30 δολάρια το βαρέλι*, το οικονομικό ύψος της απώλειας συναλλάγματος για τη Σαουδική Αραβία θα φτάσει στα 18+ δις δολάρια τον μήνα. Με τις συναλλαγματικές αυτές απώλειες το Ριάντ θα έχει ουσιαστικό πρόβλημα να κρατήσει τη συναλλαγματική ισοτιμία τού νομίσματός του (Riyal) προσαρμοσμένη στο αμερικανικό δολάριο, όπως συμβαίνει τα τελευταία 30 χρόνια. Η απόφαση της Σαουδικής Αραβίας να προχωρήσει σε αύξηση της παραγωγής πετρελαίου θεωρείται κομβική για τη συσσώρευση του 50% από τη συνολική ποσότητα των 520 εκατ. βαρελιών πετρελαίου, τα οποία έχουν αποθηκευτεί σε παγκόσμιο επίπεδο κατά την τελευταία διετία.

* Η διαμόρφωση της τιμής του πετρελαίου είναι ενδεικτική, με δεδομένο το μέσο επίπεδο των τιμών τον Ιανουάριο του 2016 από 30,44 δολάρια έως 30,86 δολάρια το βαρέλι.

Υπό τον παραπάνω κίνδυνο, οι αναλυτές στα διεθνή κέντρα λήψης αποφάσεων εκτιμούν ότι είναι πολιτικά πρόσφορο για τη Σαουδική Αραβία να προχωρήσει σε μείωση της παραγωγής της παρά να διακινδυνεύσει τη διασύνδεση του νομίσματός της με το δολάριο, με το ψυχολογικό όριο αντοχής να καθορίζεται σε μια τιμή γύρω στα 40 δολάρια το βαρέλι. Στην περίπτωση «απαγκίστρωσης» της ισοτιμίας του σαουδαραβικού νομίσματος από το δολάριο, θεωρείται σίγουρο ότι οι τιμές του πετρελαίου θα καταρρεύσουν κάτω από τα 25 δολάρια το βαρέλι.

Από την άλλη μεριά, η μείωση των τιμών πετρελαίου από 110 δολάρια το Καλοκαίρι του 2014 γύρω στα 30 δολάρια κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει ετήσιο κόστος 25+ δις δολαρίων για το Ιράν και περίπου 200+ δις δολαρίων για τη Σαουδική Αραβία. Από το 2012 οι εξαγωγές πετρελαίου από το Ιράν έχουν μειωθεί στο ένα εκατ. βαρέλια ημερησίως έναντι εξαγωγών 2,5 εκατ. βαρελιών ημερησίως πριν από την εφαρμογή του διεθνούς εμπάργκο.

Το Ριάντ σε ρόλο George W. Bush!

Οι τελευταίες εξελίξεις στη Σαουδική Αραβία έχουν κάνει πολλούς, κυρίως στα αμερικανικά κέντρα λήψης αποφάσεων, να αναρωτηθούν για τις προθέσεις αλλά και για τις σκοπιμότητες των κινήσεων του Ριάντ. Από την άλλη πλευρά, στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι αρκετοί αυτοί που χαρακτηρίζουν τη Σαουδική Αραβία ως «τον George W. Bush» της Μέσης Ανατολής. Ίσως όχι άδικα…, καθώς από την εποχή της αμερικανικής στρατιωτικής εισβολής στο Ιράκ το 2003 ο ουσιαστικός γεωπολιτικός στόχος του Ριάντ ήταν (και παραμένει) η μεγιστοποίηση της περιφερειακής επιρροής του έναντι της Τεχεράνης. Από την άλλη, η συμφωνία (P5+1) που δρομολογεί την επιστροφή του Ιράν στη διεθνή κοινότητα και την ανάπτυξη πλαισίου πολυεπίπεδης συνεργασίας του με τη Δύση λειτουργεί περιοριστικά ως προς τις περιφερειακές φιλοδοξίες επιρροής του σαουδαραβικού βασιλείου. Ωστόσο, οι φόβοι του Ριάντ είναι ακόμη βαθύτεροι και εντοπίζονται στην επιφύλαξη με την οποία η βασιλική οικογένεια των Σαούντ αντιμετώπισε τις γεωπολιτικές επιλογές των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή από το 2003 και μετά. Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα ακόλουθα: η μεταπολεμική πολιτική πραγματικότητα -καθαρά σιιτικής επιρροής- στο Ιράκ, η απομάκρυνση του Χόσνι Μουμπάρακ από την πολιτική ζωή της Αιγύπτου, η πολιτικά φανερή υποστήριξη της Ουάσιγκτον στο παναραβικό κίνημα της Πολιτικής Άνοιξης, η επιφύλαξη των ΗΠΑ για την ενεργοποίηση της πολεμικής περιπέτειας στην Υεμένη (παρά την επιχειρησιακή υποστήριξη του Πεντάγωνου, ίσως για να υπάρχει ουσιαστικός βαθμός ενημέρωσης των αμερικανικών κέντρων αποφάσεων) και η σταδιακή διολίσθηση της Ουάσιγκτον προς την κατεύθυνση εξεύρεσης πολιτικής λύσης στο συριακό πρόβλημα. Ωστόσο, η σημαντικότερη απειλή εντοπίζεται για την περίοδο αυτή στην προώθηση διαμόρφωσης του αντισιιτικού τόξου, το οποίο έχει ενισχυμένα χαρακτηριστικά εσωτερικής κατανάλωσης προκειμένου να απορροφηθούν οι κραδασμοί της σαουδαραβικής κοινωνίας, που σχετίζονται με ενδεχόμενη δραστική αλλαγή της γνωστής μέχρι σήμερα οικονομικής πραγματικότητας του σαουδαραβικού βασιλείου.

 

Η Ρωσία του Πούτιν και η Αίγυπτος του Σίσι

Η Ρωσία αποτελεί για την Αίγυπτο έναν παραδοσιακό πολιτικό και εμπορικό εταίρο, καθώς οι δύο χώρες επιδιώκουν τη διαφοροποίησή τους από τη δυτική σφαίρα επιρροής…

Ένας πολυεθνικός πελάτης

Αμέσως μετά την έναρξη των ρωσικών αεροπορικών επιχειρήσεων στη Συρία (τέλη Σεπτεμβρίου 2015) το Κρεμλίνο στράφηκε προς την Αίγυπτο για την ενίσχυση των πολιτικών, οικονομικών και αμυντικών σχέσεων, ακολουθώντας τον θετικό ρυθμό ανάπτυξής τους μετά την απομάκρυνση του προέδρου Μοχάμεντ Μόρσι από το στρατιωτικό πραξικόπημα που εκδηλώθηκε τον Ιούλιο του 2013. Παράλληλα, το αιγυπτιακό ενδιαφέρον για την απόκτηση ρωσικών MiG-35 έγινε πιο συγκεκριμένο με τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων για την απόκτηση 46 μαχητικών οικονομικής αξίας 2,2 δις δολαρίων. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει το πολυεθνικό προφίλ χρήσης μαχητικών από την αιγυπτιακή πολεμική αεροπορία που από μαχητικά αξιοποιεί MiG-21, Chengdu F-7, Mirage 2000, Rafale και αμερικανικά F-16. Με απόφαση του Αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα τον περασμένο Απρίλιο άρθηκε το εμπάργκο των ΗΠΑ για την παράδοση 12 νέων μαχητικών F-16, 20 πυραύλων Harpoon και των απαραίτητων συλλογών για την ανακατασκευή 125 αρμάτων μάχης Μ1Α1 Abrams. Το εμπάργκο είχε επιβληθεί το 2013, αμέσως μετά την πτώση του Μόρσι.

Μακρόχρονη σχέση αμοιβαίας επιρροής…

Η μακρόχρονη διμερής σχέση μεταξύ Αιγύπτου και Ρωσίας εδραιώθηκε στη δεκαετία του 1960, όταν η Σοβιετική Ένωση υποστήριξε τη στρατιωτική εμπλοκή του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ στην Υεμένη, με τη Μόσχα να κρατά χαμηλό προφίλ σήμερα για την υποστήριξη που προσδίδει η Αίγυπτος στη Σαουδική Αραβία για την πολεμική εμπλοκή της στην ίδια χώρα. Αποχαρακτηρισμένο έγγραφο της CIA (1972) αναφέρεται στη βαθιά σχέση μεταξύ των δύο χωρών, στην εποχή έντασης που διαδέχτηκε την άνοδο του Ανουάρ Σαντάτ στην εξουσία και την απέλαση 15.000 Σοβιετικών στρατιωτικών συμβούλων έπειτα από διαμάχη για ανταλλακτικά αμυντικών συστημάτων, ενώ η συμφωνία φιλίας που είχαν υπογράψει ανακλήθηκε από την αιγυπτιακή πλευρά το 1976. Στη μετασοβιετική περίοδο, η Αίγυπτος ως η πολυπληθέστερη αραβική χώρα εξασφαλίζει στη Ρωσία περιφερειακή πολιτική επιρροή και η ίδια αποκομίζει μη-Δυτική πολιτική υποστήριξη, διαφοροποιώντας για τα πεδία της εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής της.

Πολυδιάστατες διμερείς σχέσεις

Η Ρωσία του Πούτιν στην Αίγυπτο του Σίσι βρίσκει μια χώρα με την οποία μπορεί να μοιραστεί κοινές ανησυχίες για την κατάσταση ασφαλείας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, ενώ μπορεί επίσης να συμμεριστεί κοινές ανησυχίες για την εξάπλωση του ισλαμικού εξτρεμισμού και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας στη Βόρεια Αφρική. Την ίδια ώρα η Αίγυπτος «δένει» με τη στόχευση εξωτερικού εμπορίου της Ρωσίας, καθώς οι διμερείς οικονομικές σχέσεις σημείωσαν άνοδο 80% το 2014 σε σύγκριση με το 2013, ξεπερνώντας τα 4,5 δις δολάρια. Το διμερές εμπόριο αυξήθηκε, με δεδομένη την έμφαση που δίνει η Μόσχα για την ανάπτυξη του οικονομικού της πλαισίου στην ευρύτερη Μέση Ανατολή σε τέσσερις τομείς: αγροτική οικονομία, πυρηνική ενέργεια, τεχνολογία και πωλήσεις αμυντικών συστημάτων. Η Αίγυπτος είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας σιταριού στον κόσμο, με το 25% των εισαγωγών της να προέρχεται από τη Ρωσία. Οι δύο χώρες υπέγραψαν πρόσφατα συμφωνία αγοράς ρωσικών όπλων οικονομικής αξίας 3,5 δις δολαρίων, ενώ στον τομέα της τεχνολογίας η κρατική ρωσική κοινοπραξία Rosatom θα κατασκευάσει την πυρηνική μονάδα στην Ντάμπαα, στις μεσογειακές ακτές της Αιγύπτου στα βόρεια του Καΐρου. Ταυτόχρονα η ενεργειακή εταιρεία Rosneft έχει υπογράψει συμβόλαια για την εξαγωγή στην Αίγυπτο τόσο πετρελαίου όσο και φυσικού αερίου. Για τον Σίσι, οι ρωσικές επενδύσεις αποτελούν κεντρικό βραχίονα σταθεροποίησης της αιγυπτιακής οικονομίας, στη βάση της σοβιετικής βοήθειας που δέχτηκε η Αίγυπτος στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 για την κατασκευή έργων κεντρικής αναπτυξιακής υποδομής, όπως το φράγμα του Ασουάν, τα ναυπηγεία στην Αλεξάνδρεια και η ανάπτυξη των υποδομών επεξεργασίας χάλυβα και αλουμινίου. Το πλαίσιο των πολυδιάστατων διμερών σχέσεων ολοκληρώνεται με τη συνεργασία στον πυρηνικό τομέα στα δυτικά του λιμανιού της Αλεξάνδρειας και με τις αγορές αμυντικών συστημάτων. Ειδικότερα για την απόκτηση μαχητικών MiG-29, πυραυλικών συστημάτων Tor, Buk και Antey-2500 και μίας ρωσικής κορβέτας κλάσης Molnya, με τις πρώτες ναυτικές ασκήσεις των δύο χωρών να πραγματοποιούνται τον περασμένο Ιούνιο. Σε διπλωματικό επίπεδο, ο πρόεδρος Πούτιν έχει υποστηρίξει τις θέσεις της Αιγύπτου κατά της τρομοκρατίας προσβλέποντας στην ενίσχυση των διμερών σχέσεων σε πολλαπλά επίπεδα, ώστε να αντισταθμιστεί το βάρος των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί από ΗΠΑ και ΕΕ για την πολεμική προσάρτηση της Κριμαίας αλλά και τον εμφύλιο στην Ουκρανία.

Ενεργειακό τρίγωνο συμφερόντων: Σαουδική Αραβία, Υεμένη, Ιράν και ο ρόλος… της Αιγύπτου

Το ενδεχόμενο μιας αιφνιδιαστικής επιθετικής ενέργειας από το Ιράν, που θα μπορούσε να μπλοκάρει την ομαλή εξαγωγική ροή του «μαύρου χρυσού» από τον Περσικό Κόλπο, τον Κόλπο του Άντεν και τη Διώρυγα του Σουέζ, απομακρύνθηκε με την υπογραφή τής συμφωνίας για τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματός του. Ωστόσο, η πολεμική κατάσταση στην Υεμένη συνασπίζει την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία κατά του Ιράν, ενώ Αλ Κάιντα και ακραίοι ισλαμιστές αποκτούν ένα ακόμη πεδίο δράσης…

Ο εφιάλτης του Ριάντ

Σε πραγματικό εφιάλτη για τη Σαουδική Αραβία εξελίσσεται η γεωπολιτική πιθανότητα αποκλειστικού ελέγχου της Υεμένης από το Ιράν μέσω των ανταρτών Χούθι. Το Ριάντ ανησυχεί έντονα για το ενδεχόμενο ταυτόχρονου αποκλεισμού των πετρελαϊκών εξαγωγών του από την Ερυθρά Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο, εξέλιξη που θα έχει άμεσες αρνητικές επιπτώσεις στα -ήδη- μειωμένα έσοδα της Σαουδικής Αραβίας από τις εξαγωγές πετρελαίου, θα επηρεάσει όμως αρνητικά και την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας και του διεθνούς εμπορίου. Έτσι, στην προσπάθειά της να προλάβει τις εξελίξεις, αναπτύσσει ναυτικές μονάδες στα ανοιχτά των ακτών της Υεμένης και ταυτόχρονα προχωρεί και την υλοποίηση σχεδίου στοχευμένων αεροπορικών επιδρομών κατά των Χούθι. Παράλληλα, (από τον Μάρτιο του 2015) η Σαουδική Αραβία έχει κινητοποιήσει στρατιωτικές της δυνάμεις υποστηριζόμενες από μονάδες πυροβολικού και αρμάτων μάχης κατά μήκος της συνοριακής γραμμής της με την Υεμένη.

Ο φόβος αυτός της Σαουδικής Αραβίας δεν είναι πρόσφατος, αλλά υπάρχει εδώ και δεκαετίες και εδράζεται στο ενδεχόμενο ελέγχου των ενεργειακών εξαγωγών σουνιτικών μουσουλμανικών χωρών από το σιιτικό Ιράν. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, το Ιράν μπορεί να εξαπολύσει πυραύλους επιφανείας-επιφανείας κατά ναυτικών στόχων ή βαλλιστικούς πυραύλους κατά μήκος του Περσικού Κόλπου ή του Κόλπου του Ομάν, ενώ παράλληλα και ταχύτατα μπορεί να υποστηρίξει τις παραπάνω επιθέσεις με εκτεταμένες ναρκοθετήσεις θαλάσσιων περιοχών. Η εκδήλωση τέτοιων επιθετικών ενεργειών ναυτικού χαρακτήρα θα είχε ως άμεση συνέπεια τη διεθνοποίηση μιας κατάστασης γεωπολιτικής έντασης περιφερειακού χαρακτήρα πέρα από τα γεωγραφικά όρια του Περσικού Κόλπου, καθώς θα επέφερε τη μείωση κατά 20% των πετρελαϊκών εξαγωγών προς την παγκόσμια αγορά και τον περιορισμό σε ποσοστό 88% του συνόλου των ενεργειακών εξαγωγών των χωρών του Περσικού Κόλπου προς την παγκόσμια (διεθνοποιημένη) οικονομία.

Τα Στενά του Ορμούζ, μια θαλάσσια λωρίδα πλάτους 35 χιλιομέτρων που διαχωρίζουν τον Περσικό Κόλπο από τον Κόλπο του Ομάν, αποτελούν το κεντρικό γεωγραφικό σημείο διαμόρφωσης της επιθετικής στρατηγικής του Ιράν: εξαιτίας των ειδικών συνθηκών ναυσιπλοΐας περιορίζουν τη βιωσιμότητα ακόμη και των πιο σύγχρονων ναυτικών πλοίων που έχουν περιορισμένο ζωτικό χώρο ελιγμών και είναι ευάλωτα στην αντιμετώπιση ξαφνικών ναυτικών επιθέσεων ή ναρκοθετήσεων που αποτελούν την κυρίαρχη ναυτική στρατηγική της Τεχεράνης. Παρά το γεγονός ότι η Τεχεράνη έχει εξοπλιστεί και για το ενδεχόμενο άμεσης ναυτικής επίθεσης, είναι προφανές ότι δεν θα χρειαστεί να ρίξει ούτε μία σφαίρα, εκμεταλλευόμενη το στρατηγικό-τακτικό πλεονέκτημα που της εξασφαλίζει η ταχύτατη ναρκοθέτηση των στενών του Ορμούζ, τα οποία θέτει εκτός λειτουργίας για χρονικό διάστημα εβδομάδων ή και μηνών.

Από το Σουέζ στο… Μάντεμπ

Μια σχεδόν παρόμοια κατάσταση άμεσων γεωπολιτικών προεκτάσεων ισχύει και για τον Κόλπο του Άντεν ή Στενό του Μάντεμπ που βρέχει την Υεμένη στο νοτιοανατολικό άκρο της Ερυθράς Θάλασσας. Το πλάτος του είναι μόλις 19,3 χιλιόμετρα, ενώ η γεωγραφική θέση του δημιουργεί ένα τρίπολο συμφερόντων μεταξύ της Υεμένης από τη μια μεριά, του Τζιμπουτί και της Ερυθραίας από την άλλη. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι ποσοστό 5% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου διέρχεται από την Ερυθρά Θάλασσα. Εκτιμάται ότι 2,1 εκατ. βαρέλια πετρελαίου διέρχονται μέσω του Μάντεμπ, ενώ γύρω στα 4 εκατ. βαρέλια πετρελαίου διέρχονται ημερησίως μέσω του καναλιού του Σουέζ. Το ενδεχόμενο ναρκοθέτησης του Μάντεμπ αδρανοποιεί το κανάλι του Σουέζ και στην ουσία αποκόπτει εμπορικά και ενεργειακά τη Δύση από την Ανατολή και αντίστροφα. Η γεωπολιτική σημασία του αναφερόμενου θαλάσσιου περάσματος για το παγκόσμιο εμπόριο αποδεικνύεται από το γεγονός της διατήρησης για πάνω από δέκα χρόνια της διεθνούς πολεμικής ναυτικής παρουσίας στα ανοιχτά των ακτών της Σομαλίας, προκειμένου η παγκόσμια ναυσιπλοΐα να προστατευτεί από τις μικρές ομάδες πειρατών που οπλισμένοι με ΑΚ-47 πραγματοποιούσαν «απαγωγές» πληρωμάτων και πλοίων.

 

Η στρατηγική-ενεργειακή αξία της Υεμένης

Την περίπτωση εδραίωσης των ανταρτών Χούθι στη δυτική συνοριακή ακτή της Υεμένης, πέραν της πρωτεύουσας Σαναά, φοβούνται η Σαουδική Αραβία και οι ηγεσίες των εμιράτων. Κάτι τέτοιο θα επιφέρει ουσιαστική ενίσχυση του περιφερειακού ρόλου του Ιράν με τη γεωπολιτική προέκταση ελέγχου των στενών Ορμούζ, του Μάντεμπ αλλά και του συνακόλουθου αποκλεισμού της διώρυγας του Σουέζ, η οποία πλήττει άμεσα τα ναυτιλιακά και ενεργειακά συμφέροντα της Αιγύπτου και της Δύσης. Tο σαουδαραβικό βασίλειο προσπάθησε να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο αυτόν με την κατασκευή ενεργειακών αγωγών σε όλο το γεωγραφικό πλάτος της Σαουδικής Αραβίας, που να καταλήγουν διαδοχικά στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας. Ωστόσο, το ενδεχόμενο ενός ταυτόχρονου αποκλεισμού των ενεργειακών εξαγωγών του από το Ιράν τόσο στα Στενά του Ορμούζ όσο και στο Μάντεμπ εκτιμάται ότι πέρα από τη μείωση των εσόδων από τις εξαγωγές πετρελαίου θα εισαγάγει τη Σαουδική Αραβία σε ένα καθεστώς εσωτερικής αστάθειας με απρόβλεπτες συνέπειες για την περιφερειακή σταθερότητα του Περσικού Κόλπου. Είναι ενδεικτικό ότι ο σαουδαραβικός αγωγός πετρελαίου με κατεύθυνση από τα ανατολικά προς τα δυτικά του βασιλείου λειτουργεί στο μισό της μεταφορικής του ικανότητας, ενώ στο υποθετικό σενάριο «μπλοκαρίσματος» των Στενών του Ορμούζ η Σαουδική Αραβία θα έχει μοναδική εξαγωγική διέξοδο για τα πετρέλαιά της την Ερυθρά Θάλασσα. Στο σημείο αυτό γίνεται επίκαιρη η στρατηγική αξία της Υεμένης για τα ενεργειακά συμφέροντα της Σαουδικής Αραβίας, καθώς το βασίλειο έχει επεξεργαστεί σχέδια για την κατασκευή ενός αγωγού πετρελαίου με κατεύθυνση από τον Βορρά προς τον Νότο της επικράτειάς του και με έξοδο στις ακτές της Υεμένης στον Κόλπο του Άντεν, υπό την προϋπόθεση ότι η κατάσταση στη χώρα θα έχει σταθεροποιηθεί και ο εμφύλιος πόλεμος θα έχει τερματιστεί.

Σαουδαραβικός μαύρος χρυσός…

Εκτός από τους αντάρτες Χούθι, υπό την επιρροή του Ιράν και του κυβερνητικού καθεστώτος που υποστηρίζει η Σαουδική Αραβία, στην Υεμένη δραστηριοποιούνται ομάδες τόσο του αυτοαποκαλούμενου Ισλαμικού Κράτους όσο και της Αλ Κάιντα, που επίσης δρουν ανεξέλεγκτα και δεν έχουν συμμαχήσει με καμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές. Ο έλεγχος περιοχών της Δυτικής Υεμένης από τους Χούθι, οι οποίες είναι ζωτικής σημασίας για τα ενεργειακά συμφέροντα της Σαουδικής Αραβίας, εξηγεί με τον καλύτερο τρόπο την επιμονή του βασιλείου να προχωρήσει με οποιοδήποτε κόστος στη διεξαγωγή χερσαίων πολεμικών επιχειρήσεων. Το παραπάνω σκεπτικό αναλύεται στη λογική ότι η ροή του σαουδαραβικού μαύρου χρυσού εξασφαλίζει αφενός την πολυδάπανη διατήρηση της βασιλικής οικογένειας στην εξουσία, αφετέρου την κάλυψη του κόστους αγοράς πανάκριβων οπλικών συστημάτων για τις σαουδαραβικές ένοπλες δυνάμεις, που εγγυούνται τη διατήρηση των γραμμών παραγωγής στην αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ. Ενισχύουν όμως το αίσθημα ασφάλειας του σουνιτικού μουσουλμανικού στοιχείου έναντι των βλέψεων του σιιτικού Ιράν.

Σύζευξη ενεργειακών συμφερόντων Αιγύπτου-Σαουδικής Αραβίας

Ο Αιγύπτιος πρόεδρος Αμπντέλ-Φατάχ Ελ-Σίσι ανακοίνωνε στα τέλη του περασμένου Μαρτίου, στο πλαίσιο συνόδου της Αραβικής Διάσκεψης στο θέρετρο Σαρμ Ελ Σέιχ, την απόφαση επί της αρχής για τη συγκρότηση κοινής στρατιωτικής δύναμης με αποστολή την ενίσχυση της περιφερειακής σταθερότητας, ενώ η Σαουδική Αραβία βομβάρδιζε τους Χούθι στην Υεμένη. Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκε και η χαοτική κατάσταση στη Λιβύη υπό την πίεση των πολεμικών εξελίξεων στην Υεμένη, η οποία σύμφωνα με την κρατούσα άποψη επέβαλε τη συγκρότηση ενός μόνιμου μηχανισμού άμυνας. Στο σημείο αυτό είναι αξιοπρόσεκτη η ταύτιση των ενεργειακών συμφερόντων μεταξύ της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας, οι οποίες έχουν άμεσο οικονομικό συμφέρον από την απρόσκοπτη λειτουργία των διόδων διέλευσης της Ερυθράς Θάλασσας, τόσο στο Σουέζ όσο και στον Κόλπο του Άντεν.

Περιφερειακή αναβάθμιση του Ιράν

Στα μέσα Ιουλίου του 2015 υπογράφεται η συμφωνία μεταξύ του Ιράν και έξι χωρών (ΗΠΑ, Βρετανία, Ρωσία, Κίνα, Γερμανία, Γαλλία) ύστερα από 10ετή διαπραγματευτική προσπάθεια, που είχε ως επίκεντρο τον τερματισμό των ενεργειών απόκτησης πυρηνικού οπλοστασίου από την Τεχεράνη σε αντάλλαγμα για την άρση του διεθνούς εμπορικού και οικονομικού εμπάργκο που εφαρμόστηκε κατά του Ιράν. Η συμφωνία αυτή προκάλεσε ένταση στις σχέσεις των ΗΠΑ με παραδοσιακούς συμμάχους τις (Ισραήλ) και άνοιξε τον δρόμο για εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο. Από την άλλη μεριά, εξυπηρετεί τα εμπορικά και οικονομικά συμφέροντα των χωρών που την υπέγραψαν. Επιπλέον, με δεδομένη τη χαοτική κατάσταση στο Ιράκ αναβαθμίζει περιφερειακά το Ιράν δίνοντάς του γεωπολιτικό ρόλο για τις εξελίξεις τόσο στις πολεμικές επιχειρήσεις της Συρίας και του Ιράκ όσο και στη νέα κατάσταση που θα διαμορφωθεί στην ευρύτερη μεσανατολική περιοχή μετά την εξάλειψη της ακραίας τζιχαντιστικής απειλής του αυτοαποκαλούμενου ισλαμικού κράτους. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου χαρακτήρισε τη συμφωνία αυτή «μεγάλο λάθος», γιατί το Ισραήλ άκουσε με δυσπιστία συζητήσεις αμυντικών κύκλων στην Ουάσιγκτον για ανάπτυξη μοίρας πυρηνικών βομβαρδιστικών Β-52 στο έδαφός του. Ωστόσο, στο επίπεδο ανάλυσης των ενεργειακών συμφερόντων τόσο της Σαουδικής Αραβίας όσο και της Αιγύπτου υπό το γεωπολιτικό εύρος του Περσικού Κόλπου, η πυρηνική συμφωνία των έξι χωρών με το Ιράν εξυπηρετεί την ενεργειακή και οικονομική σταθερότητα και αποτρέπει την Τεχεράνη από μια βίαιη επιθετική ενέργεια, που θα μπορούσε να έχει απρόβλεπτες συνέπειες για τις περιφερειακές και παγκόσμιες ενεργειακές και οικονομικές εξελίξεις.

 

Γαλλία-Αίγυπτος

Στρατηγική συνεργασία… με outsider την Κίνα;

Η τελική πώληση των ελικοπτεροφόρων πλοίων τύπου Mistral στην Αίγυπτο εξυπηρετεί τη σύζευξη συμφερόντων Αιγύπτου-Σαουδικής Αραβίας, ενώ μέσω Ρωσίας ανοίγει μια νέα ναυπηγοεπισκευαστική προοπτική για την Κίνα.

Ένας στρατηγικός εταίρος στη Μεσόγειο

Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2015 ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ ανακοίνωνε τη συμφωνία για την πώληση των ελικοπτεροφόρων πλοίων πολλαπλών αποστολών κλάσης Mistral στην Αίγυπτο. Ήταν η δεύτερη συμφωνία μεταξύ Γαλλίας και Αιγύπτου μέσα στο 2015, με την Αίγυπτο να χαρακτηρίζεται πλέον από τον Γάλλο πρόεδρο «στρατηγικός εταίρος» στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής με έμφαση στη νότια ενεργειακή ζώνη της Μεσογείου, η οποία προεκτείνεται μέσω της διώρυγας του Σουέζ στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο. Γαλλικές κυβερνητικές πηγές ανέφεραν ότι η Αίγυπτος θα καταβάλει στη Γαλλία ποσό ενός δις δολαρίων (950 εκατ. ευρώ) με τη σημαντική οικονομική στήριξη της Σαουδικής Αραβίας. Η συμφωνία για την αγορά των Mistral στην Αίγυπτο ακολούθησε την απόφαση του Καΐρου να γίνει ο πρώτος εξαγωγικός πελάτης της γαλλικής Dassault με την απόκτηση 24 μαχητικών Rafale έναντι τιμήματος 5,9 δις δολαρίων. Οι Γάλλοι πούλησαν, επίσης στους Αιγύπτιους, και μία φρεγάτα.

Αίγυπτος-Σαουδική Αραβία: Σύζευξη συμφερόντων & αμυντικής πολιτικής

Η απόκτηση των δύο πλοίων κλάσης Mistral από την Αίγυπτο δίνει νέες δυνατότητες στο πολεμικό ναυτικό της χώρας και στην αναπροσαρμογή τού αμυντικού δόγματος που εφαρμόζει, με δεδομένες τις προβολές των νέων απειλών κατά της εθνικής της και της περιφερειακής της ασφάλειας:

α. Στη χερσόνησο του Σινά για την προστασία της Διώρυγας του Σουέζ από κλιμακούμενες ισλαμικές απειλές τζιχαντιστικού τύπου.

β. Στα ανοιχτά των ακτών της στη Μεσόγειο με αντικειμενικό σκοπό τη διεξαγωγή αμφίβιων επιχειρήσεων για την προστασία της δυτικής συνοριακής γραμμής της με τη Λιβύη.

γ. Στη διασφάλιση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας στη Διώρυγα του Σουέζ, στον Κόλπο του Άντεν (ανοιχτά των ακτών της Υεμένης), αλλά και στην ασφαλή λειτουργία του Κόλπου του Ομάν υπό τη γεωπολιτική προβολή των στενών του Ορμούζ και της εκδήλωσης μιας ξαφνικής επιθετικής ενέργειας από το Ιράν. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται η σύζευξη των ενεργειακών και οικονομικών συμφερόντων αλλά και της αμυντικής πολιτικής μεταξύ της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας, η οποία επιβεβαιώνεται από την απόφαση του Ριάντ να χρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος του τιμήματος απόκτησής τους από την Αίγυπτο.

Ρωσία, σημαίνει Κίνα;

Η Ρωσία από την πλευρά της υποστήριξε ότι θα κατασκευάσει τα δικά της πλοία με επιχειρησιακές ικανότητες παρόμοιες με αυτές των Mistral, παρά το γεγονός ότι αμφισβητούνται οι ναυπηγοεπισκευαστικές της δυνατότητες. Από την άλλη μεριά, τα αμυντικά υποσυστήματα ρωσικής κατασκευής δεν έχουν αφαιρεθεί από τα Mistral. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι η Αίγυπτος για την επιχειρησιακή αξιοποίηση των πλοίων θα χρειαστεί τη βοήθεια της Ρωσίας, τόσο για την τεχνική υποστήριξη των συστημάτων όσο και για την εκπαίδευση των πληρωμάτων. Στο σημείο αυτό δεν αποκλείεται η Μόσχα να ζητήσει την κοινή αξιοποίηση των πλοίων σε επιχειρήσεις που συμβαδίζουν με την αμυντική συναντίληψη και αξιολόγηση απειλών μεταξύ των δύο χωρών (π.χ. Συρία). Υπό το γενικότερο σκεπτικό κοινής αξιοποίησης των πλοίων, η Ρωσία μπορεί να μεταφέρει τις εμπειρίες της από την υποστήριξή τους στην Κίνα. Μια τέτοια εξέλιξη εκτιμάται ότι θα καταστήσει ρεαλιστικά δυνατή την κατασκευή και επιχειρησιακή αξιοποίηση ενός τύπου πλοίου που θα έχει παρόμοιες δυνατότητες με αυτές των Mistral και θα αποτελεί προϊόν ρωσοκινεζικής συνεργασίας με δυνατότητα ακόμη και εξαγωγής του στις χώρες της ομάδας BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική).

ΚΑΙ Ο ΚΑΜΒΑΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΣΑΟΥΔΙΚΗΣ ΑΡΑΒΙΑΣ

ΑΝΑΛΥΣΗ/Διπλωματία-Γεωπολιτική

Συρία: Το (πολεμικά επιχειρησιακό) δίλημμα της Δύσης

Σουνιτικός τζιχαντισμός ή σιιτική αντίσταση;

Η σχέση εξάρτησης μεταξύ της Δύσης και των αραβικών καθεστώτων στον Περσικό Κόλπο αποδεικνύεται μία από τις βασικές αιτίες της διεθνούς εξάπλωσης του ριζοσπαστικού τζιχαντισμού και της αιματηρής καταστροφής στη Συρία.

Του Νίκου Χατζή, Αναλυτή Σύγχρονης Γεωπολιτικής-Συμβούλου Διαπραγματεύσεων

Τα πετροδολάρια…

Οι πολεμικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων στη Συρία, η πρόκληση του εκτός ελέγχου μεταναστευτικού ρεύματος -μέσω Τουρκίας- προς την Ευρώπη και η «καθυστέρηση» των ΗΠΑ να αναλάβουν αμυντικές πρωτοβουλίες ουσιαστικού επιχειρησιακού χαρακτήρα κατά των τζιχαντιστών αποδεικνύουν την παραδοσιακή λογική «αυτoεγκλωβισμού» των δυτικών κυβερνήσεων στα πετροδολάρια αραβικής προέλευσης. Από την άλλη μεριά, με την ουσιαστική πολεμική εμπλοκή της Ρωσίας τους τελευταίους τρεις και πλέον μήνες, η Συρία εξελίσσεται ξεκάθαρα σε ένα πολεμικό πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν. Η βασική λογική της σύγκρουσης οριοθετείται μεταξύ του σουνιτικού τζιχαντισμού, που υποστηρίζεται πολλαπλώς από το Ριάντ, και του σιιτικού άξονα αντίστασης με βασικό πρωταγωνιστή το Ιράν και επιχειρησιακό εκτελεστή την οργάνωση Χεζμπολάχ που δραστηριοποιείται στον Λίβανο. Το Ιράν έχει την υποστήριξη της σιιτικής κυβέρνησης του προέδρου Μπασάρ Άσαντ με τους σιίτες (αλουίτες) να εκπροσωπούν μόλις το 12% του πληθυσμού σε αντίθεση με τους σουνίτες οι οποίοι αποτελούν τη μουσουλμανική πλειοψηφία. Στον σιιτικό άξονα αντίστασης συμμετέχουν επίσης οι πρόσφατες κυβερνήσεις οι οποίες ανέλαβαν την εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης στο Ιράκ μετά την αμερικανική εισβολή του 2003.

Γιατί η Δύση;

Στην προέκταση του παραπάνω συλλογισμού μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί: Γιατί η Δύση προτίμησε να συμπαραταχθεί με τη σουνιτική (τζιχαντιστική) συμμαχία κατά του σιιτικού άξονα αντίστασης; Η λογική απάντηση-εξήγηση που μπορεί να δοθεί εντοπίζεται στο γεγονός ότι ιστορικά το καθεστώς Άσαντ έχει διαμορφώσει μια στάση εχθρότητας με τη Δύση. Αντίθετα, από την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης έχει καλλιεργήσει ένα γεωπολιτικό πλαίσιο συνεργασίας με τη Ρωσία, εξυπηρετώντας τα γεωστρατηγικά συμφέροντα της Μόσχας στην περιοχή, όπως αποδεικνύουν οι ρωσικές ναυτικές εγκαταστάσεις στο Ταρτούς. Στη διαδρομή του χρόνου οι σχέσεις μεταξύ της οικογένειας Άσαντ και της οργάνωσης Χεζμπολάχ μεταφράστηκαν πολλαπλώς από τις δυτικές κυβερνήσεις ως μια άμεση απειλή επιθετικού τύπου κατά της εθνικής ασφάλειας του Ισραήλ. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι παραδοσιακά οι σουνιτικές αραβικές κυβερνήσεις, οχυρωμένες πίσω από τις εκάστοτε σκοπιμότητες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή, άφηναν σκοπίμως να εκδηλωθεί η σιιτική εχθρότητα κατά του Τελ-Αβίβ. Σε κάθε περίπτωση, η ανάληψη της ευθύνης για τους 250.000 νεκρούς του εμφυλίου της Συρίας αλλά και τα εκατομμύρια των προσφύγων που προκάλεσε αποτυπώνουν πρακτικά τις δυσβάστακτες αιματηρές συνέπειες των νεοφιλελεύθερων (δυτικών) πολεμικών εισβολών στο Αφγανιστάν, το Ιράκ και τη Λιβύη.

Ο Ibn Saud και οι πραιτοριανοί made in USA

Πέρα από τη σημερινή τραγική πραγματικότητα στη Συρία, υπάρχει ιστορικό προηγούμενο για τις επιλογές της Δύσης, την αιματηρή επανάληψη των οποίων βιώνουμε σήμερα. Ήταν 14 Φεβρουαρίου του 1945 όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Franklin D. Roosevelt συναντούσε τον πρώτο μονάρχη της Σαουδικής Αραβίας, Abdulaziz ή Ibn Saud, στο κατάστρωμα του καταδρομικού USS Quincy στην Great Bitter Lake στη Διώρυγα του Σουέζ. Στην ιστορική αυτή συνάντηση εκτιμάται ότι τέθηκαν τα θεμέλια μιας μακροχρόνιας σχέσης αγγλοουαχαμπιτικής συνεργασίας, ενώ δρομολογήθηκε η ίδρυση της αμερικανικής στρατιωτικής εκπαιδευτικής αποστολής στη Σαουδική Αραβία (USMTM) με στόχο την εκπαίδευση, τη συμβουλευτική υποστήριξη και την οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων του σαουδαραβικού βασιλείου. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, η στενή σχέση μεταξύ των υπερσυντηρητικών Ουαχαμπιτών και των διαδόχων του βασιλιά Σαούντ έχει αποδειχτεί πολλαπλώς. Πέρα από το επίσημο πλαίσιο δράσης της USMTM, η αμερικανική κοινοπραξία Vinnell Corporation, θυγατρική της Northrop Grumman, που παρέχει υπηρεσίες συγκρότησης ιδιωτικού στρατού, αξιοποίησε την εμπειρία 1000 και πλέον βετεράνων του Βιετνάμ για να εκπαιδεύσει και να εξοπλίσει τη δύναμη των 125.000 αντρών τής σαουδαραβικής εθνικής φρουράς (SANG). Η δύναμη αυτή δεν υπάγεται στο επίσημο υπουργείο Άμυνας της Σαουδικής Αραβίας, αλλά οι άντρες της δραστηριοποιούνται ως «πραιτοριανοί» γύρω από τις επιθυμίες και επιδιώξεις του βασιλικού οίκου των Σαούντ. Στη συνέχεια της ίδιας παραστρατιωτικής λογικής και στο πλαίσιο των στενών σχέσεων της οικογένειας Σαούντ με την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία ARAMCO, οργανώθηκε η δύναμη προστασίας στρατηγικών εγκαταστάσεων της Σαουδικής Αραβίας (Critical Infrastructure Protection Force). Η δύναμη αυτή αριθμεί δεκάδες χιλιάδες άντρες και συγκροτήθηκε, οργανώθηκε και υποστηρίχθηκε υλικοτεχνικά από τις ΗΠΑ. Ο χώρος ανάπτυξης και ευθύνης της δύναμης αυτής είναι η ανατολική ακτογραμμή του βασιλείου κατά μήκος του Περσικού Κόλπου όπου και βρίσκονται πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στρατηγικής σημασίας αλλά και το 90% των πετρελαϊκών αποθεμάτων της Σαουδικής Αραβίας.

Σχέση εξάρτησης…

Το παράδειγμα της Σαουδικής Αραβίας και της διαμόρφωσης του πολλαπλού πλαισίου των σχέσεών της με τις ΗΠΑ αποδεικνύει το βασικό πολιτικό συμπέρασμα γεωπολιτικής λογικής αναφορικά με την αδυναμία των πετρελαϊκών μοναρχιών του Περσικού Κόλπου να ελέγξουν αποτελεσματικά τις καταπιεσμένες αραβικές μάζες των πολιτών τους χωρίς την καθοδήγηση και την υλικοτεχνική υποστήριξη της Δύσης. Από το σημείο αυτό και μετά δρομολογείται ένας δεύτερος και εξίσου σημαντικός προβληματισμός για το πώς (;) μπορούν οι αραβικές κυβερνήσεις να αξιοποιήσουν υποδομές και δυνάμεις που απέκτησαν για την εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων που δεν συμβαδίζουν απαραίτητα με τα συμφέροντα της Δύσης στην ευρύτερη μεσανατολική περιοχή. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αναδειχθεί ειδική αναφορά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Ιούλιος 2013), στην οποία καταγράφεται η κομβική σχέση του ακραίου ισλαμικού ιδεολογικού ρεύματος του Ουαχαμπισμού-Σαλαφισμού με την παγκόσμια τρομοκρατία. Ωστόσο, η αναφορά αυτή φρόντισε να απαλλάξει τις δυτικές κυβερνήσεις από τον ένοχο ρόλο τους στην καλλιέργεια του εξτρεμιστικού ισλαμισμού από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου και στο πλαίσιο της αντισοβιετικής λογικής. Η ίδια αναφορά θεωρεί δεδομένο τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Σαουδικής Αραβίας και των λοιπών πετρελαϊκών μοναρχιών του Περσικού Κόλπου στην προώθηση της ακραίας ισλαμιστικής ιδεολογίας από το 1973, οπότε οι τιμές του πετρελαίου τετραπλασιάστηκαν και οι Άραβες σεΐχηδες ανέλαβαν τη ριζοσπαστικοποίηση των μουσουλμανικών πληθυσμών σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου έβρισκαν πρόσφορο έδαφος. Στο επίπεδο επιστημονικής ανάλυσης των πολιτικών επιστημών, ως βασική αιτία εδραίωσης του ακραίου ισλαμισμού μπορεί να θεωρηθεί η προσπάθεια των νέο-αποικιακών δυνάμεων να ελέγξουν αποτελεσματικά την πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή των Αράβων μουσουλμάνων, προκειμένου μέσω των αραβικών καθεστώτων να έχουν την απόλυτη διαχείριση των ενεργειακών πηγών του αραβικού κόσμου.

Ο προφητικός Καντάφι!

Η Λιβύη προηγήθηκε της σημερινής αιματηρής κατάστασης στη Συρία θέτοντας ένα σοβαρό αρνητικό προηγούμενο για τη σκοπιμότητα μιας δυτικής πολεμικής εμπλοκής-εισβολής στο εσωτερικό κυρίαρχων κρατών, καθώς κανείς δε μπορεί να προβλέψει το μέγεθος της κατάστασης αποσταθεροποίησης που μπορεί να προκύψει. Σε μια τραγική απόδειξη του συμπεράσματος αυτού 50 άνθρωποι σκοτώθηκαν στη Λιβύη (7 Ιανουαρίου 2016), όταν παγιδευμένο με εκρηκτικά φορτηγό εξερράγη έξω από το κέντρο εκπαίδευσης της αστυνομίας. Ήταν η πιο θανατηφόρα επίθεση από την πτώση του Καντάφι, ο οποίος έγινε τραγικά επίκαιρος τόσο για τους ανθρώπους του όσο και για τη διεθνή κοινότητα. Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας The Telegraph, ο Καντάφι σε δύο τηλεφωνικές συνομιλίες (25 Φεβρουαρίου 2011) με διαφορά τεσσάρων ωρών είχε προειδοποιήσει τον (τότε) Βρετανό πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ για τις προθέσεις των τζιχαντιστών: «Θέλουν να ελέγξουν τη Μεσόγειο και μετά να επιτεθούν στην Ευρώπη», ανέφερε στο πρώτο τηλεφώνημα. «Πρέπει να εξοπλίσω τους ανθρώπους μου και να πολεμήσω. Λίβυοι θα πεθάνουν, η Μεσόγειος θα καταστραφεί, όπως η Ευρώπη και ολόκληρος ο κόσμος», τόνισε στο δεύτερο τηλεφώνημα. Ο Μπλερ από την πλευρά του τηλεφώνησε δύο φορές στον Καντάφι προκειμένου να διαπραγματευτεί την αποχώρησή του. Τρεις εβδομάδες μετά άρχισαν οι βομβαρδισμοί με τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Νικολά Σαρκοζί, την εξαγωγική προώθηση των γαλλικών μαχητικών Rafale και τη βρετανική (αεροπορική) συμμετοχή. Τελικά, ο Καντάφι έπεσε τον Αύγουστο του 2011 και δολοφονήθηκε άγρια από τον εξαγριωμένο όχλο τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου. Σε μια παράλληλη εξέλιξη ο Μπασάρ αλ-Άσαντ προειδοποιούσε την Ευρώπη για τον καταστροφικό ρόλο που μπορούν να παίξουν οι αποσταθεροποιημένες αραβικές κυβερνήσεις, λίγο μετά τα αιματηρά τρομοκρατικά πλήγματα του περασμένου Νοεμβρίου στο Παρίσι.

Η επιστροφή του Κίσινγκερ

Την πεποίθησή του ότι οι τζιχαντιστές τού αυτοαποκαλούμενου Ισλαμικού Κράτους θα επιδιώξουν να επεκτείνουν την επιρροή τους στη Μέση Ανατολή και για τον λόγο αυτό απαιτείται η χρήση πολεμικών μέσων εξέφρασε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσινγκερ σε συνέντευξη που παραχώρησε στη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt (30/12/2015). «Πιστεύω ότι δεν θα μπορέσουμε να βρούμε μια διπλωματική λύση για το πρόβλημα με το Ισλαμικό Κράτος. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να τους νικήσουμε», τόνισε ο Κίσινγκερ. Σε άλλο σημείο της συνέντευξής του, αναγνώρισε τον ρόλο της Ρωσίας στη Συρία και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή σημειώνοντας: «Η Δύση πρέπει να αναγνωρίσει ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία χωρίς τη Ρωσία. Μια ειρηνική αποκλιμάκωση του προβλήματος αυτού όπως και άλλων προβλημάτων είναι αδύνατη χωρίς τη ρωσική συμμετοχή», παρατήρησε ο βετεράνος της αμερικανικής διπλωματίας. Σύμφωνα με μια πιο γενική ερμηνεία των δηλώσεων Κίσινγκερ, η Ρωσία προσπαθεί να επανακτήσει την ταυτότητα διεθνούς παρεμβατισμού που έχασε τα προηγούμενα χρόνια σε ένα περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής ρευστότητας. Η επιδίωξη αυτή της Μόσχας φαίνεται «προβληματική» στη Δύση, επειδή η ίδια με τη σειρά της αδυνατεί να καταρτίσει μια μακροχρόνια στρατηγική για τη δική της ανάπτυξη, και έτσι αναγκάζεται να παρακολουθεί καχύποπτα τις ρωσικές πρωτοβουλίες και κινήσεις.

Η Ρωσία, οι ΗΠΑ και ο Σόιμπλε…

Από την πλευρά της η Ρωσία δημοσιοποίησε (31 Δεκ. 2015) το νέο κείμενο προτεραιοτήτων της ρωσικής εθνικής ασφάλειας με βασικές προτεραιότητες:

* Την ανάπτυξη του πλαισίου των στρατηγικών σχέσεών της με τις ΗΠΑ, τη βελτίωση των μηχανισμών ελέγχου των εξοπλισμών, την υλοποίηση κοινών προσπαθειών για τη μη εξάπλωση των όπλων μαζικής καταστροφής και τη διεύρυνση της διμερούς συνεργασίας στην αντιμετώπιση των τρομοκρατικών απειλών και προκλήσεων.

* Τη βελτίωση των σχέσεων με τις ευρωπαϊκές χώρες και την Ευρωπαϊκή Ένωση με στόχο τη μορφοποίηση ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας στην ευρωατλαντική περιοχή υπό την εφαρμογή ανάλογων συμφωνιών.

* Την ετοιμότητα της Μόσχας για τη βελτίωση των σχέσεων Ρωσίας-ΝΑΤΟ προς τη γενικότερη εξυπηρέτηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας, παρά το γεγονός ότι το Κρεμλίνο θεωρεί την επέκταση του ΝΑΤΟ και τη διεξαγωγή στρατιωτικών ασκήσεων κοντά στα ρωσικά σύνορα μέγιστη απειλή κατά της ρωσικής εθνικής ασφάλειας.

Από την άλλη μεριά, ο Γερμανός υπουργός των Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε υποστήριξε την ανάγκη αύξησης των δαπανών για τη διεξαγωγή ευρωπαϊκών στρατιωτικών επιχειρήσεων αλλά και για τη δημιουργία κοινού ευρωπαϊκού στρατού τονίζοντας ότι: «Η Ευρώπη χρειάζεται έναν κοινό στρατό έναντι 28 διαφορετικών στρατών προκειμένου να επιλύονται πιο αποτελεσματικά εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα ασφαλείας». Οι δηλώσεις Σόιμπλε θέτουν υπό αμφισβήτηση τον ρόλο του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με δηλώσεις πολιτικών κύκλων στη Μόσχα, ενώ δημιουργούν ένα νέο πεδίο για ανάληψη ηγεμονικού γερμανικού ρόλου στα ευρωπαϊκά αμυντικά θέματα αφήνοντας απέξω τις ΗΠΑ.

Αλ Κάιντα, όπως… Ταλιμπάν

Οι εξελίξεις στο ΝΑΤΟ και σε μέτωπα ειδικού επιχειρησιακού ενδιαφέροντος, όπως αυτό του Αφγανιστάν, απασχολούν έντονα το αμερικανικό Πεντάγωνο το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο επικρίσεων για την επιχειρησιακή τακτική του και για τη διάθεση αμυντικών μέσων. Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται ο βαθμός εμπλοκής των ΗΠΑ στο Ιράκ και τη Συρία κατά των ισλαμιστών αλλά και των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, ενώ από την άλλη μεριά περνάει «απαρατήρητη» η επαναδραστηριοποίηση της Αλ Κάιντα σε περιοχές του Αφγανιστάν. Οι αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας διαθέτουν στοιχεία για τη λειτουργία κέντρων εκπαίδευσης της τρομοκρατικής οργάνωσης αλλά και τη γενικότερη (θετική) στάση που θα κρατήσουν οι Ταλιμπάν. Εκτιμάται ότι οι τελευταίοι θα προσφέρουν κάλυψη στη δράση της Αλ Κάιντα κάνοντας ακόμη πιο δύσκολη την εδραίωση ενός κλίματος πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής σταθερότητας στο Αφγανιστάν. Στο γενικότερο επίπεδο διαμόρφωσης της επιχειρησιακής τακτικής της Δύσης επικρατεί προβληματισμός για την υιοθέτηση των πιο ορθών επιχειρησιακών επιλογών στα μέτωπα της Συρίας και του Ιράκ κατά των ισλαμιστών, προκειμένου να αποφευχθεί ενδεχόμενη μεταπολεμική αστάθεια τύπου Αφγανιστάν.

 

 

 

About ptisidiastima

Το blog του περιοδικού "Πτήση & Διάστημα"
This entry was posted in ΑΠΟΨΕΙΣ, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s